Το χωριό αναφέρεται για πρώτη φορά τους ύστερους Βυζαντινούς χρόνους με το παραλλαγμένο όνομα «Τιμοσμίδενα» στο Χρυσόβουλο του Αυτοκράτορα του Βυζαντίου Ανδρόνικου Β’ Παλαιολόγου του Πρεσβυτέρου (1282-1328 μ.Χ.) που εκδόθηκε το 1321μ.Χ. και ενδιαφέρει τη Μητρόπολη Ιωαννίνων, υπαγόμενο τότε στη λεγόμενη Επαρχία Σμοκόβου ή Μαλακασίου.
Στη συνέχεια το χωριό ονομάσθηκε «Ντοβίσδιανα» σλαβική ονομασία πιθανώς από το (σλάβικο dovis-ξύλο), το 1927 μετονομάσθηκε σε Χαλάσματα, και το 1928 πήρε τη σημερινή του ονομασία Προσήλιο.
Ενδείξεις και ορισμένα ευρήματα, ενισχύουν τη θεωρία ότι το χωριό κατοικούνταν και προ Χριστού και συγκεκριμένα τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους (4ος-7ος αιώνας μ.Χ.) είχε κατασκευασθεί παλαιοχριστιανικός Ναός με ψηφιδωτά δάπεδα και παραστάσεις φυτών και ζώων. Αρχαιολογική σκαπάνη το 1958 στο κέντρο του χωριού έφερε στο φως ευρήματα τα οποία φυλάσσονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ιωαννίνων ενώ σώζεται και ψηφιδωτό στο παλαιό Οστεοφυλάκειο.
Ακριβώς στην έκταση αυτή (σημερινός Αγ. Βλάσιος-Παλαιό Νεκροταφείο-Αργένι-Πλατεία) υπήρχαν τα κτίσματα Παλαιού Μοναστηριού. Το Μοναστήρι είχε πολλούς μοναχούς, κτήματα και πολλά ζώα που βοσκούσαν στο βουνό «Σάντος» και το γάλα ερχόταν στο Μοναστήρι με κεραμιδένιο αγωγό από το βουνό. Στο Μοναστήρι γινόταν η επεξεργασία. Μέχρι πριν μερικά χρόνια σώζονταν υπολείμματα του αγωγού αυτού. Καλλιεργητές των βακούφικων κτημάτων ήταν εργάτες (κολλήγοι) από τα γύρω χωριά (Μιχαλίτσι, Παλαιοχώρι, Σκλούπο, Ραφταναίοι, Χριστοί, Πράμαντα) αλλά πιθανόν και από άλλες περιοχές. Αυτοί σιγά σιγά παρέμειναν στο χωριό.
Το 1821 (29 Ιουλίου) το Μοναστήρι καταστράφηκε από τον Χουρσίτ Πασά που πήγαινε στο Συρράκο και Καλαρρύτες να καταστείλει την εξέγερση.
Κατά πάσα πιθανότητα το Μοναστήρι είχε και Σέρβους Μοναχούς και υπάγονταν στην Ιερά Μονή Χιλανδαρίου του Αγίου Όρους (Σέρβικες εικόνες και Αντιμήνσιο του 1870 καθηγιασθέν στην Ι.Μ. Χιλανδαρίου) υπάρχουν και σήμερα.
Υπάρχουν σειρά ευρημάτων που ενισχύουν την προφορική παράδοση για την ύπαρξη σημαντικού Μοναστηριού στο χωριό. Σημαντικότερο εύρημα είναι το μεγάλο ψηφιδωτό του παλαιού Οστεοφυλακείου, ημερομηνίες εικόνων πρωθύστερες του 18ου αιώνα, μέρη κιόνων που υπάρχουν σε σπίτια συγχωριανών που προέρχονται από χώρους του ιστορικού κέντρου του χωριού, τα τμήματα του κεραμιδένιου αγωγού μεταφοράς του γάλατος από το βουνό στο Μοναστήρι που βεβαιώνουν πολλοί εν ζωή συγχωριανοί ότι ήταν διασωσμένα μέχρι και τα μέσα του προηγούμενου αιώνα κ.λ.π. Ισχυρός παράγοντας βέβαια παραμένει η προφορική παράδοση. Μέχρι και τις μέρες μας η πλατεία του χωριού συνηθίζεται να λέγεται "Αμπέλι". Ποτέ βέβαια κάποιος χωριανός δεν θυμάται αμπέλι στη περιοχή. Η ύπαρξη του Αμπελιού χάνεται σε βάθος τουλάχιστον δύο αιώνων μιας και δεν υπάρχει καταγεγραμένη μαρτυρία για την ύπαρξη του πέραν από διαδοχικές προφορικές μαρτυρίες για παλιά ύπαρξή του χωρίς κάποιος να έχει ανάμνησή του. Εξάλλου δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως το χωριό βρίσκεται στη κυριολεξία στο κέντρο από σημαντικούς βλαχόφωνους οικισμούς της περιοχής των Τζουμέρκων χωρίς ο πληθυσμός του να ανήκει στην βλάχικη φυλή. Ακόμα και επίθετα του χωριού δεν συναντώνται σε γειτονικά χωριά στοιχεία που ενισχύουν την προφορική παράδοση πως το χωριό διαμορφώθηκε στην ουσία από οικογένειες που ερχόταν από διάφορα σημεία της χώρας ως εργάτες στα βακούφικα κτήματα. (προφορικές μαρτυρίες για οικογένειες ακόμα και από τη Λιβαδειά). Η πληθώρα των σλαβικής προέλευσης τοπωνυμίων (Άρζα, Σπέλζα, Σκάλζα, Ντάρτζα, Καλίτση,Γκρέγκιζα κ.λ.π.) σε συνδυασμό με τα στοιχεία σύνδεσης με την Ιερά Μονή Χιλανδαρίου ενισχύουν τη θεώρηση για το συγκεκριμένο παρελθόν του χωριού.
Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Γ. Δημόκας, Σύλλογος Προσηλιωτών, 2017







